Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

personnel carrier


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο personnel παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: carrier
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
personnel n(staff collectively)προσωπικό ουσ ουδ
 Our personnel is made up of experts from a range of disciplines.
 Το προσωπικό μας αποτελείται από ειδήμονες διαφόρων ειδικοτήτων.
personnel nplinvariable (members of staff)εργαζόμενοι, εργαζόμενες ουσ αρσ πλ, ουσ θηλ πλ
  υπάλληλος, υπάλληλοι ουσ αρσ πλ, ουσ θηλ πλ
  μέλη του προσωπικού φρ ως ουσ ουδ πλ
 A number of personnel were dismissed for misconduct.
personnel,
Personnel
n
often capitalized (department in company)τμήμα προσωπικού, τμήμα ανθρώπινου δυναμικού, τμήμα ανθρώπινων πόρων φρ ως ουσ ουδ
 Make sure you advise personnel of your change of address, so they can keep your records up to date.
 Βεβαιώσου πως θα ενημερώσεις το τμήμα προσωπικού για την αλλαγή στη διεύθυνσή σου ώστε να είναι επικαιροποιημένος ο φάκελός σου.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
personnel department n(business: human resources)τμήμα προσωπικού, τμήμα ανθρώπινου δυναμικού φρ ως ουσ ουδ
personnel director n(head of Human Resources department)διευθυντής προσωπικού, προσωπάρχης ουσ αρσ
personnel management n(business: employees)διοίκηση προσωπικού, διαχείριση προσωπικού φρ ως ουσ θηλ
personnel manager n(head of Human Resources department)διευθυντής προσωπικού, προσωπάρχης ουσ αρσ
 I sent my CV and a covering letter to the personnel manager.
personnel officer n(human resources staff)υπεύθυνος προσωπικού, υπεύθυνη προσωπικού φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ
qualified personnel n(trained staff)ειδικευμένο προσωπικό, καταρτισμένο προσωπικό επίθ + ουσ ουδ
safety personnel n(staff who work to prevent injury)προσωπικό ασφαλείας φρ ως ουσ ουδ
sales personnel npl(people who work in sales department)προσωπικό του τμήματος πωλήσεων φρ ως ουσ ουδ
  προσωπικό πωλήσεων φρ ως ουσ ουδ
stand personnel n(staff at a fair or exhibition stall)άτομα που δουλεύουν σε περίπτερο έκθεσης
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ανάλογος όρος.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση personnel carrier στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «personnel carrier».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!